ιδανίκευση

η
η ανύψωση κάποιου πράγματος ή κάποιας ιδιότητας σε ιδανική μορφή, η εξιδανίκευση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανικεύω. Η λ. στον λόγιο τ. ιδανίκευσις μαρτυρείται από το 1871 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα από τον Π. Βράιλα Αρμένη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιδανίκευση — η βλ. εξιδανίκευση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξ ιδανίκευση — [эксиданиюфси] …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.